αρμαντίλλο

De la Wikționar, dicționarul liber
Jump to navigation Jump to search

greacă

(Ελληνικά)

Variante

Etimologie

Din spaniolă armadillo.

Pronunție

  • AFI: /aɾ.man.'di.lɔ/


Substantiv

αρμαντίλλο (armantíllo)

Declinarea substantivului
αρμαντίλλο
n. Singular Plural
Nominativ αρμαντίλλο αρμαντίλλα
Genitiv αρμαντίλλου αρμαντίλλων
Acuzativ αρμαντίλλο αρμαντίλλα
Vocativ αρμαντίλλο αρμαντίλλα
  1. (zool.) tatu

Sinonime

Referințe