μοσχοκαρυδιά

De la Wikționar, dicționarul liber
Jump to navigation Jump to search

greacă

(Ελληνικά)

Variante

Etimologie

Din μόσχος (móschos) + καρυδιά (karydiá).

Pronunție

  • AFI: /mɔ.sxɔ.ka.ɾi.'ðʝa/


Substantiv

μοσχοκαρυδιά (moschokarydiá)

Declinarea substantivului
μοσχοκαρυδιά
f. Singular Plural
Nominativ μοσχοκαρυδιά μοσχοκαρυδιές
Genitiv μοσχοκαρυδιάς μοσχοκαρυδιών
Acuzativ μοσχοκαρυδιά μοσχοκαρυδιές
Vocativ μοσχοκαρυδιά μοσχοκαρυδιές
  1. (bot.) nucșor

Sinonime

Cuvinte apropiate

Referințe